κνηκώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape κνηκώδης, ες, = κνηκοειδής, Thphr. HP 1.11.3, 6.6.6. κνηκώδης, ης, ες, roussâtre, roux, fauve, Th. H.P. 1, 11, 3. Étym. κνῆκος, -ωδης. κνηκώδης, ες, = κνηκοειδής, Theophr.