κνιστός Save LSJ Bailly 2024 Pape κνιστός, ή, όν, v. κνηστός. κνιστός, ή, όν, v. κνηστός. κνιστός, Adj. verb. zu κνίζω, klein geschabt, gehackt, λάχανα Ath. IX.373a ; VLL.