Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κνίφος
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κνισόζωμος
κνισοκόλαξ
Κνισοκόλαξ
κνισολοιχία
κνισολοιχός
κνῖσος
κνισός
κνισοτηρητής
κνισόω
κνίσσα
κνισσάεις
κνισσαλέος
κνισσᾶντι
κνισσάριον
κνισσάω
κνισσήεις
κνισσηρός
κνισσοδιώκτης
κνισσοκόλαξ
κνισσολοιχία
κνισσολοιχός
κνισσός
κνῖσσος
κνισσοτηρητής
κνισσόω
κνισσώδης
κνισσωτός
κνιστός
κνισώδης
κνισωτός
κνίφος
κνιφός
κνιφότης
κνίφω
κνίψ
κνίω
κνοή
κνόη
Κνοῖθος
κνόος
κνοῦς
κνόω
κνῦ
κνύζα
κνῦζα
κνυζάω
κνυζέομαι
κνυζέω
κνυζηθμός
κνύζημα
κνυζισμός
κνύζομαι
κνυζός
κνυζόω
κνυζυσμός
κνύζω
κνύζωψ
κνῦμα
κνύξ
κνύος
κνυπόω
…
κνίφος
Save
LSJ
Pape
κνίφος, τό,
= κνίδη,
Hsch.
(pl.).
κνίφος
, τό,
die Nessel
, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}