κνωπόμορφος
κνωπόμορφος, shaped like a beast
κνωπόμορφος, ον, (κνώψ)
- shaped like a beast, Lyc. 675.
κνωπό·μορφος, ος, ον, qui ressemble à une bête féroce, Lyc. 675.
Étym. κνώψ, μορφή.
κνωπόμορφος, tiergestaltig, Lycophr. 675, Schol. θηριόμορφος.