Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κόπιλλος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοπάδιον
κοπάζω
κόπαιον
κοπανίζω
κοπανισμός
κοπανιστήριον
κοπανιστός
κόπανον
κόπανος
κοπάριον
κοπάς
κόπασις
κόπασμα
κόπειον
κοπείς
κόπελλα
κοπετόκτυπος
κοπετός
κοπεύς
κοπή
κόπηθρον
κοπῆναι
κοπηρός
κοπία
κοπίαμα
κοπιαρός
κοπιάτης
κοπιάω
κοπίδερμος
κοπίζω
Κόπιλλος
κόπις
κοπίς
κοπίσκος
κοπιώδης
κόπος
κοπόω
κόππα
κοππατίας
κοππαφόρος
κοπραγωγέω
κοπραγωγός
κόπρανα
κόπρανον
κοπρεαῖος
κοπρέας
κόπρειος
Κόπρειος
Κόπρεος
Κοπρεύς
κοπρεύω
κοπρέω
κοπρεών
κοπρηγέω
κοπρηγία
κοπρηγός
κοπρία
κοπριαίρετος
κοπριακός
κοπρίας
κοπρίζω
…
Κόπιλλος
Save
Bailly 2024
Κόπιλλος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Copillus
,
chef des Tectosages,
Plut.
Syll.
4
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}