κοπριώδης
κοπριώδης, full of dung
κοπρ-ιώδης, ες,
- = κοπρώδης, Hp. Coac. 590, Thphr. CP 2.6.3; full of dung, τόπος PSI 6.696.10 (iii A. D.).
κοπριώδης, ης, ες, qui ressemble à du fumier, Hpc. 217b ; Th. C.P. 2, 6, 3.
Étym. κοπρία, -ωδης.
κοπριώδης, ες, auch κοπρώδης geschrieben, mistartig, Theophr.