Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοπρηγέω
κοπρηγέω, carry dung
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοπία
κοπίαμα
κοπιαρός
κοπιάτης
κοπιάω
κοπίδερμος
κοπίζω
Κόπιλλος
κόπις
κοπίς
κοπίσκος
κοπιώδης
κόπος
κοπόω
κόππα
κοππατίας
κοππαφόρος
κοπραγωγέω
κοπραγωγός
κόπρανα
κόπρανον
κοπρεαῖος
κοπρέας
κόπρειος
Κόπρειος
Κόπρεος
Κοπρεύς
κοπρεύω
κοπρέω
κοπρεών
κοπρηγέω
κοπρηγία
κοπρηγός
κοπρία
κοπριαίρετος
κοπριακός
κοπρίας
κοπρίζω
κοπριήμετος
κοπρικός
κόπρινος
κόπριον
κόπριος
Κόπριος
κόπρισις
κοπρισμός
κοπριώδης
κοπριών
κοπροβολεῖον
κοπροβόλος
κοπρογενής
κοπροδοχεῖον
κοπροδόχος
κοπροθέσιον
κοπροθήκη
κοπρολογέω
κοπρολόγος
κοπρομόχθος
κόπρον
κοπροξύστης
κοπροποιέω
…
κοπρηγέω
Save
κοπρηγέω, carry dung
LSJ
κοπρ-ηγέω,
carry dung,
PFay.
118.19 (ii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}