κοππαφόρος
κοππαφόρος, branded with the letter koppa
κοππ-ᾰφόρος, ον, = foreg., Luc. Ind. 5.
κοππα·φόρος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Luc. Ind. 5.
Étym. κόππα, φέρω.
κοππαφόρος, ἵππος, = κοππατίας, Luc. adv. indoct. 5.
κοππαφόρος
κοππα-φόρος, ον
φέρω
= κοππατίας, Luc.