κορυβάντειος Save Bailly 2024 Pape κορυβάντειος, α, ον [ῠ] de Corybante, Anth. 9, 165. Étym. Κορύβας. κορυβάντειος, adj. (Κορύβας), ῥόπτρα, Phalaec. ep. VI.165.