About Report a problem

Menu

κόψα

κόψα· ὑδρεία, Hsch. κόψειον, τό,
  • = ἱππομάραθον, Sch. Nic. Th. 596. κόψενα· παραστάτης, χαλκός, Hsch. κοψία· χύτρα, Id.

Saved

Recent