κραδαφάγος Save Bailly 2024 Pape κραδα·φάγος, ου (ὁ) [ᾰᾰ] mangeur de figues, Com. an. fr. 61. Étym. κράδη, φαγεῖν. κραδαφάγος, s. κραδόφαγος.