κροταφίς
κροταφίς, pointed hammer
κροτᾰφ-ίς, ίδος, ἡ,
- pointed hammer, resembling the κέστρα, IG 2(2).1672.120, Poll. 10.147.
κροταφίς, ίδος, ἡ, Spitzhammer, Werkzeug des χαλκεύς, Poll. 10.147, 183.