κροτησμός
κροτ-ησμός, ὁ,
- = κρότος, [ἀσπὶς] πυκνοῦ κροτησμοῦ τυγχάνουσα A. Th. 561.
κροτησμός, οῦ (ὁ) bruit de choses qui s’entrechoquent, Eschl. Sept. 561.
Étym. κροτέω.
κροτησμός, ὁ, = κρότησις ; πυκνοῦ κροτησμοῦ τυγχάνουσʼ ὑπὸ πτόλιν Aesch. Spt. 543, vom Schleudern der Lanzen auf die Schilder, das einen hellen Klang hervorbringt.
κροτησμός, οῦ,
from κροτέω
= κρότος, Aesch.