κροταφῖτις Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κροταφῖτις, ίτιδος [ᾰῑῐ] c. κροταφιαῖος, Gal. 18, 433. κροταφῖτις -ίτιδος [κροταφίτης] adj. f., bij de slapen: πληγαί klappen Hp. Art. 30. κροταφῖτις, ιδος, ἡ, fem. zu κροταφίτης, πληγή, Schlag auf die Schläfe, Galen.