κρότιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κρότιον, τό, = κατανάγκη, Ps.-Dsc. 4.131. κρότιον, ου (τὸ) autre n. de la plante κατανάγκη, Diosc. 4, 134. κρότιον, τό, eine Pflanze, Diosc.