κυαμιστός Save LSJ Bailly 2024 κῠᾰμ-ιστός, ή, όν, f.l. for κυαμευτός, Plu. Gen.Socr. 2.597a. κυαμιστός, ή, όν [ᾰ] c. κυαμευτός, Plut. M. 597a.