κυανέμβολος
κυανέμβολος, dark-prowed
κῠᾰν-έμβολος, ον,
- = κυανόπρῳρος, πρῷραι E. El. 436, Ar. Ra. 1318; τριήρεις Id. Eq. 554.—Only in lyr.
κυαν·έμβολος, ος, ον [ᾰ] à l’éperon noir ou d’un bleu sombre, Eur. El. 436 ; Ar. Eq. 554, Ran. 1318 (κυανός 2, ἔμβολος).
κυανέμβολος, mit dunkelfarbigem Schnabel ; τριήρεις, Ar. Eq. 554 ; πρῶραι, Ran. 1318 ; Eur. El. 436.
κυανέμβολος
κυᾰν-έμβολος, ον
ἔμβολον
= κυανόπρῳρος, Eur., Ar.