κυαναυγέτις
κῠαν-αυγέτις, ιδος, pecul. fem. of sq., Orph. H. 23.1.
κυαν·αυγέτις, ιδος [ᾰ] adj. f. c. le suiv. Orph. H. 22, 1.
κυαναυγέτις, ιδος, ἡ, bes. fem. zu κυαναυγής ; ἕδρα, vom Meere, Orph. H. 22.1.
κυαναυγέτις
κυᾰν-αυγέτις, ιδος
pecul. fem. of κυαναυγής, Orph.