κυάθειον Save LSJ Bailly 2024 Pape κῠάθ-ειον [ᾰ], τό, = κυάθιον, Dim. of κύαθος II, Nic. Th. 591. κυάθειον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de κύαθος, Nic. Th. 591. κυάθειον, τό, = κυάθιον, Nic. Ther. 591.