κυνόμορφος Save LSJ Bailly 2024 Pape κῠνό-μορφος, ὁ, = κρόκος, Ps.-Dsc. 1.26. κυνό·μορφος, ου (ὁ) [ῠ] safran, Diosc. 1, 25. Étym. κύων, μορφή. κυνόμορφος, von Hundsgestalt, Diosc.