κυνομόριον Save LSJ Bailly 2024 Pape κῠνο-μόριον, τό, = ὀροβάγχη, Dsc. 2.142. κυνο·μόριον, ου (τὸ) [ῠ] c. ὀροβάγχη, Diosc. Noth. 2, 172. κυνομόριον, τό, = ὀροβάγχη, Diosc.