κυνόλυκος Save LSJ Bailly 2024 Pape κῠνό-λῠκος, ὁ, = κροκόττας, Ctes. Fr. 87. κυνό·λυκος, ου (ὁ) [ῠῠ] chien-loup, Ctés. Ind. 32. Étym. κ. λύκος. κυνόλυκος, ὁ, Hundswolf, = κροκόττας, Ctes. Ind. 32.