κυνόμαλον Save LSJ Pape κῠνό-μᾱλον, τό, Dor. for κυνόμηλον, = κοκκύμηλον, Hsch. κυνόμαλον, [ᾱ], τό, d.i. κυνόμηλον, Hundsapfel, = κοκκύμηλον, Hesych.