κυνόμαχον Save LSJ Bailly 2024 κῠνό-μᾰχον, τό, = κυνόμαζον, Orib. 12 s.v. χαμαιλέων μέλας. κυνό·μαχον, ου (τὸ) [ῠᾰ] c. κυνόζολον, Diosc. 3, 11.