Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυνόμαζον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυνοθρασύς
κυνοκάρδαμον
κυνόκαυμα
κυνοκαύματα
κυνόκεντρον
κυνοκεφάλαιον
κυνοκεφάλειος
κυνοκεφαλίδιον
κυνοκεφάλιον
κυνοκεφαλιστί
κυνοκεφαλοειδής
κυνοκεφαλοκέρδων
κυνοκέφαλος
κυνοκλόπος
κυνοκνέφαλλος
κυνοκομέω
κυνοκοπέω
κυνοκόριον
κυνόκορον
κυνοκράμβη
κυνοκτονία
κυνοκτόνον
κυνοκτόνος
κυνολέσχης
κυνολογέω
κυνόλοφα
κυνολύγματε
κυνολύγματος
κυνόλυκος
κυνόλυσσος
κυνόμαζον
κυνόμαλον
κυνομαντεία
κυνομαχέω
κυνόμαχον
κυνομόριον
κυνόμορον
κυνόμορφος
κυνόμυια
κυνόξυλον
κυνόπληκτος
κύνοπλον
κυνοπόδιον
Κυνοπολίτης
κυνοπόταμος
κυνόπους
κυνόπρασον
κυνόπρηστις
κυνοπρόσωπος
κυνόπτικον
κυνοραιστής
κυνόροδον
κυνορραιστής
κυνορράφιον
κυνορτικός
κυνορχίας
κυνός
Κῦνος
Κυνὸς κεφαλαί
Κυνὸς σῆμα
Κυνόσαργες
…
κυνόμαζον
Save
LSJ
κῠνό-μαζον, τό,
= χαμαιλέων μέλας. prob. in
Dsc.
3.9, cf.
Apul.
Herb.
110.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}