κύος Save LSJ Bailly 2024 Pape κύος [ῠ], εος, τό, = κύημα, Ar. Fr. 609, IG 12(5).646 (Ceos). κύος, εος-ους (τὸ) fœtus, Ar. fr. 458. Étym. κυέω. κύος, τό, = κύημα, VLL aus Ar. fr. 458.