λατομικός
λατομικός, for quarrying stones
λᾱτομ-ικός, ή, όν,
- for quarrying stones, σίδηρος D.S. 3.12.
λᾱτομικός -ή -όν [λατόμος ] for carving stone Diod. 3.12.4.
λατομικός, ή, όν [ᾱ] propre à tailler les pierres, DS. 3, 12.
Étym. λατόμος.
λατομικός, [ᾱ], ή, όν, zum Brechen der Steine gehörig, σίδηρος, DS. 3.12.