λαμπαδοφόρος
λαμπαδοφόρος, torch-bearer
λαμπᾰδοφόρος, ὁ,
- torch-bearer, τοῦ βασιλέως BGU 1233.6 (ii B. C.).
λαμπᾰδοφόρος see λαμπαδηφ-.
λαμπαδοφόρος, torch-bearer