λείτειραι Save LSJ λείτειραι· ἱέρειαι, Hsch. (Cf. λῄτειρα). λειτῖνος· πέμματος εἶδος, Id. λειτνεία, dub. sens. in POxy. 1740.12 (iii/iv A.D.). λειτόν· βλάσφημον, Hsch.