Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λειρόφθαλμος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λειποτακτ-
λειποτακτέω
λειποτάκτης
λειποταξίου
λειποτονέω
λείπουρος
λειποψυχ-
λειποψυχέω
λειποψυχία
λειπόψυχος
λειποψυχώδης
λειπτέον
λειπτέος
λειπυρία
λειπυρικός
λειπυριώδης
λείπω
λειπώδιν
λείρινος
λειριοειδής
λειριόεις
λείριον
Λειριόνη
λειριοπολφανεμώνη
λειριόπρυμνος
λείριος
λειριόχροος
Λεῖρις
λειριώδης
λειρός
λειρόφθαλμος
λειρώς
λεϊστός
λειστός
λείστριον
λείτειραι
λειτορεύω
λεῖτος
λειτός
λέϊτος
λειτουργέω
λειτούργημα
λειτουργησία
λειτουργήσιμος
λειτουργητέον
λειτουργία
λειτουργιακός
λειτουργικός
λειτούργιον
λειτουργός
λείτωρ
λειφ-
λειφαιμέω
λειφαιμία
λείφαιμος
λειχάζω
λειχήν
λειχήνη
λειχηνιάω
λειχηνικός
λειχηνώδης
…
λειρόφθαλμος
Save
Pape
λειρόφθαλμος
,
mit zarten, anmutigen Augen
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}