λειτορεύω
λειτορεύω (λείτωρ),
- = ἱερεύω, IG 9(2).397.1, 1228.3, al. (Thess.), Arch.Pap. 9.215 (Egypt?).
λειτορεύω [λείτωρ ] aor. ptc. λειτορεύσας; Att. to make sacrifices iIG 9.2.1229.4 (IIBCE)
● ptc. Thess. λειτορεύονσα iSEG 17288.
● ptc. Thess. λειτορεύονσα iSEG 17288.