λεϊστός
λεϊστός, to be carried off as booty >ληϊστός
λεϊστός, ή, όν,
- v. ληϊστός.
λεϊστός -ή -όν Il. 9.408, Ion. for ληϊστός.
λεϊστός, ή, όν, ion. c. ληϊστός, Il. 9, 408.
λεϊστός, ion. u. ep. = ληϊστός, erbeutet, Il. 9.408.
λεϊστός
by-form of ληϊστός.
λεϊστός : see ληϊστός.
λεϊστός, ή, όν
= ληϊστός, Il.