λεπτότριχος
λεπτό-τρῐχος, ον, v. λεπτόθριξ.
λεπτότρῐχος -ον Aristot. H.A. 518b 6, see λεπτόθριξ ‖ compar. -τριχώτερος Aristot. H.A. 538b 8.
λεπτό·τριχος, ος, ον [ῐ] c. λεπτόθριξ, Arstt. H.A. 3, 11, 10.
λεπτότριχος, = λεπτόθριξ ; Arist. H.A. 3.11 ; λεπτότριχα gen. anim. 5.3.