λεπτόκαρπος
λεπτόκαρπος, with small, delicate fruit
λεπτό-καρπος, ον,
- with small, delicate fruit, Dsc. 3.24.
λεπτόκαρπος -ον [λεπτός , καρπός] that has small fruits Diosc.2 3.24.
λεπτό·καρπος, ος, ον, aux fruits minces, Diosc. 3, 29.
Étym. λ. καρπός.
λεπτόκαρπος, mit dünner, feiner Frucht, Diosc.