λεπτοκάρυον
λεπτοκάρυον, nut with a thin shell
λεπτο-κάρῠον [ᾰ], τό,
- nut with a thin shell, = Ποντικόν, Dsc. 1.125, cf. Gp. 10.3.3, Gal. 6.609, 12.15:—hence λεπτοκαρ-ύϊνος, = colurnus, Gloss.
λεπτοκά̆ρῠον -ου, τό [λεπτός , κάρυον] nut Diosc.2 1.125 Geop. 10.3.3, 13.9.9.
λεπτο·κάρυον, ου (τὸ) noisette (propr. noix mince) Diosc. 1, 179 ; Geop. 10, 3, 3.
λεπτοκάρυον, τό, dünne Nuß, d.i. Haselnuß, Diosc. u. a.Sp.