λιποστρατία
λιποστρατία, desertion of the army, refusal to serve
λῐποστρᾰτ-ία, ἡ,
- desertion from the army, refusal to serve, Hdt. 5.27, Th. 6.76, D.H. 11.22:—also λῐποστρᾰτ-ιον, τό, Th. 1.99, Ph. 2.132.
λῐποστρᾰτία -ας, ἡ [λείπω , στρατιά] desertion Thuc. 6.76.3 (v.l. λειπ- ) Dion. 11.22.5 etc.
● -ίη Hdt. 5.27.2.
● -ίη Hdt. 5.27.2.
λιπο·στρατία, mieux que λειπο·στρατία, ας (ἡ) désertion militaire, DH. 4, 2212 Reiske ||
➳ Ion. λιποστρατίη, Hdt. 5, 27.
Étym. λ. στρατιά.
λιποστρατία, ἡ, v.l. für λειποστρατία, Thuc.
λιποστρατία
λῐπο-στρᾰτία, ἡ,
- desertion of the army, refusal to serve, Hdt., Thuc.