Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιπόσαρξ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιπόμαστος
λιπομήτωρ
λιπομορία
λίπον
λιπόνας
λιπόναυς
λιποναύτας
λιποναύτης
λιποναυτίου
λιπόνεως
λιπόνηρος
Λιπόξαϊς
λιπόξυλος
λιπόπαις
λιπόπατρις
λιποπάτωρ
λιποπνόη
λιπόπνοος
λιπόπνους
λιπόπολις
λιποπτόλεμος
λιπόπτολις
λιποπωγωνία
λιπόρρινος
λίπορτος
λίπος
λιποσαρκέω
λιποσαρκής
λιποσαρκία
λιπόσαρκος
λιπόσαρξ
λιποσθενής
λιποσιτέω
λιπόσκιος
λιποστέφανος
λιποστρατέω
λιποστρατία
λιποστράτιον
λιποστρατίου
λιποστρατιώτης
λιποτακτέω
λιποτάκτης
λιπότακτος
λιποταξία
λιποτάξιον
λιποταξίου
λιποταξίου δίκη
λιπότεκνος
λιποτελέω
λιπότης
λιποτονέω
λιποτριχέω
λιποτριχής
λιποτριχία
λιπότριχος
λιπουργία
λιπουργόν
λιπουργός
λίπουρος
λιποφεγγής
λιπόφθογγος
…
λιπόσαρξ
Save
LSJ
λῐπό-σαρξ, σαρκος, ὁ, ἡ, = foreg., prob. in
Opp.
C.
2.106.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}