λιποστρατιώτης
λιποστρατιώτης, deserter
λῐποστρᾰτ-ιώτης, ου, ὁ,
- deserter, dub. l. in App. Pun. 115.
λῐποστρᾰτιώτης -ου, ὁ [λείπω , στρατιώτης ] deserter App. 8.115 (v.l.) Poll. 6.151.
λιπο·στρατιώτης, mieux que λειπο·στρατιώτης, ου (ὁ) déserteur, App. Lib. 195.
Étym. λ. στρατιώτης.