λοφίδιον
λοφ-ίδιον [φῐ], τό,
- Dim. of λόφος II, Ael. NA 16.15.
λοφί̆διον -ου, τό [λόφος ] hillock Men. Asp. 59, Dysc. 100 Ael. N.A. 16.15 Theophylact. epist. 17.
λοφίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petite colline, coteau, El. N.A. 16, 15.
Étym. λόφος.
λοφίδιον, τό, dim. von λόφος, Ael. H.A. 16.15.