λυτηριάς
λυτ-ηριάς, άδος, ἡ,
- = λύτειρα, Orph. H. 14.8, 36.7.
λῠτηριάς -άδος [see λύτειρα ] that loosens or liberates Orph. H. 14.8.
λυτηριάς, άδος [ῠᾰδ] adj. f. c. λύτειρα, Orph. 13, 8.
λυτηριάς, άδος, ἡ, = λύτειρα, Orph. H. 13.8.