About Report a problem

Menu

μάτημι

*μάτημι (A), Aeol.,
  • = ματεύω, in 2 sg. pres. μάτης, ἐξ ἑτέρω ἕτερον μ. Theoc. 29.15:—Pass., Ion. ματεῖσθαι, = ζητεῖσθαι, Hp. ap. Erot. (Hsch. has ματεῖ· ζητεῖ.)
*μάτημι (B), Aeol.,
  • = πατέω, Alc. Supp. 31.3: pres. part. fem. μάτεισαι Sapph. 54.

Saved

Recent