ματευτής Save LSJ Bailly 2024 Pape μᾰτευ-τής, οῦ, ὁ, = μαστευτής, κακεμπορίης Man. 4.268. ματευτής, οῦ (ὁ) [ᾰ] qui cherche, qui explore, Man. 4, 268. Étym. ματεύω. ματευτής, ὁ, = μαστευτής, Maneth. 4.268, l.d.