μέμφειρα Save LSJ Bailly 2024 Pape μέμφειρα, ἡ, = μέμψις, Telecl. 62. μέμφειρα, ας (ἡ) c. μέμψις, Télécl. fr. 47 Mein. μέμφειρα, ἡ, = μέμψις, Teleclid. bei Phot.