μίσητρον
μίσητρον, hate-charm
μῑσ-ητρον, τό,
- = μίσηθρον, I Enoch 9.8 (pl.), Gal. 12.251, Sch. E. Ph. 1260.
μίσητρον, ου (τὸ) [ῑ] c. μίσηθρον, P. Sil. Th. Pyth. 63 ; Gal. 13, 275.
μίσητρον, τό, = μίσηθρον, Paul.Sil. 74.63.