μισήνερως
μισήνερως, [lexical cite]
μῑσ-ήνερως, ωτος, ὁ,
- = ἐρωτομανής, Poll. 6.189 (μίσερως cod. F, v. Philol. 6.10).
μισήνερως, [ῑ], f.l. für μίσερως.
μισήνερως, [lexical cite]