Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μισητικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μισγολαΐδας
μισγόλας
Μισγόλας
μισγόνομος
μίσγω
μισεία
μισέλλην
μίσεργος
μίσερως
μισέρως
μισεταιρία
μισέταιρος
μίσευμα
μισέω
Μίση
μισηδονία
μίσηθρον
μισήλιος
μίσημα
μισήνερως
Μισηνοί
Μισηνόν
μισητέον
μισητέος
μισητή
μισήτη
μισητής
μισητία
μισητίζω
μισητικός
μισητικῶς
μισητός
μίσητος
μίσητρον
μισθαποδοσία
μισθαποδοτέω
μισθαποδότης
μισθαποχή
μισθάριον
μισθαρνευτικός
μισθαρνεύω
μισθαρνέω
μισθάρνης
μισθαρνητικός
μισθαρνία
μισθαρνικός
μισθάρνισσα
μίσθαρνος
μισθαρχίδης
μίσθιος
μισθοδοσία
μισθοδοτέω
μισθοδότης
μισθοδουλία
μισθόδουλος
μισθόδωρος
μισθοκαρπία
μισθομολογία
μίσθον
μισθοπιπράσκω
μισθοποιέομαι
…
μισητικῶς
Save
Bailly 2024
μισητικῶς
[
μῑ
]
adv.
avec un esprit haineux,
Bas.
1, 385 Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}