μακαρῖτις Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape μακαρῖτις, ίτιδος [ᾰᾰῑῐδ] adj. fém. du préc. Luc. Philops. 27 ; Thcr. Idyl. 2, 70 ; Syn. 183c. μακαρῖτις -ιδος [μακαρίτης] adj. f., zaliger: ἡ μακαρῖτις μου γυνή mijn vrouw zaliger Luc. 34.27. μακαρῖτις, ιδος, ἡ, fem. zu μακαρίτης ; Theocr. 2.70 ; γυνή, Luc. Philops. 27.