μακαριότης
μακαριότης, happiness, bliss
μᾰκᾰρ-ιότης, ητος, ἡ,
- happiness, bliss, Pl. Lg. 661b, Arist. EN 1178b22, Epicur. Ep. 1 p.28 U., etc.; as a title of bishops, Cod.Just. 1.3.42 Intr., Just. Nov. 3.
μακαριότης, ητος (ἡ) [ᾰᾰ] félicité, Plat. Leg. 661b, Ep. 327c.
Étym. μακάριος.
μακαριότης, ητος, ἡ, Glückseligkeit, Glück, Plat. Legg. II.661b.
μακαριότης
from μᾰκάριος (κᾰ)
μᾰκᾰριότης, ητος, ἡ,
- happiness, bliss, Plat., Arist.;