μεγαλόστηθος Save LSJ Bailly 2024 μεγᾰλό-στηθος, ον, = foreg., Mnesith. ap. Orib. 21.7.6 (Sup.). μεγαλό·στηθος, ος, ον [ᾰ] à large poitrine, Mnésith. (Orib. 3, 24 B.-Dar.). Étym. μ. στῆθος.