μεγαλοσοφιστής Save LSJ Bailly 2024 Pape μεγᾰλο-σοφιστής, οῦ, ὁ, = μέγας σοφιστής, Ath. 3.113d. μεγαλο·σοφιστής, οῦ (ὁ) [ᾰ] grand sophiste, Ath. 113d. μεγαλοσοφιστής, ὁ, großer Sophist, Ath. III.113d.